Μετάφραση του "Bohrung" σε Ελληνικά

Οι γεώτρηση, διάτρηση, τρύπημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bohrung" σε Ελληνικά.

Bohrung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεώτρηση

    Sie lassen doch keinen Bekloppten eine Bohrung leiten.

    Δεν θα αφήσουν έναν τρελό να διευθύνει μια γεώτρηση.

  • διάτρηση

    noun

    Umfang: Bohrung eines Bohrlochs bis in eine Tiefe von höchstens 5 000 m mit obligatorischer Kernbohrung in prospektiven Intervallen

    αντικείμενο: διάτρηση μιας γεώτρησης σε μέγιστο βάθος 5 000 m με υποχρεωτική πυρηνοληψία ανά πιθανά διαστήματα

  • τρύπημα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bohrung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Bohrung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bohrung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη