Μετάφραση του "Bombardierung" σε Ελληνικά

Το βομβαρδισμός είναι η μετάφραση του "Bombardierung" σε Ελληνικά.

Bombardierung noun feminine γραμματική

insbes. in Bezug auf Opfer von Atombomben

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βομβαρδισμός

    Wenn sie mit der Bombardierung stoppen, wissen wir es.

    Μόλις σταματήσει ο βομβαρδισμός, θα ξέρουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bombardierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bombardierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη