Μετάφραση του "Bonbon" σε Ελληνικά

Οι καραμέλα, παστίλια, γλυκά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bonbon" σε Ελληνικά.

Bonbon noun masculine neuter γραμματική

Zuckerl (bayr.) (österr.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καραμέλα

    noun feminine

    Also bekomme ich wirklich das Medikament, nicht die Bonbons.

    Που σημαίνει ότι, πράγματι μου έδωσαν φάρμακο και όχι καραμέλα.

  • παστίλια

    noun feminine
  • γλυκά

    noun neuter

    Wir hatten vereinbart, keine Bonbons bis zu den Wahlen.

    Είπαμε, όχι γλυκά μέχρι να περάσουν οι εκλογές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζαχαρωτό
    • γλύκισμα
    • κανδιοσάκχαρον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bonbon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bonbon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bonbon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη