Μετάφραση του "Botanik" σε Ελληνικά

Οι φυτολογία, βοτανική, βοτανολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Botanik" σε Ελληνικά.

Botanik noun Noun feminine γραμματική

Teilgebiet der Biologie, das sich mit der Erforschung der Pflanzenwelt befasst.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτολογία

    noun feminine

    Pflanzenbiologie [..]

  • βοτανική

    noun feminine

    Teilgebiet der Biologie, das sich mit der Erforschung der Pflanzenwelt befasst. [..]

    Aber vier Jahre Barnard mit Doktor in Botanik.

    Τέσσερα χρόνια στο Μπάρναρντ, και διδακτορικό στη βοτανική, σε κάνουν.

  • βοτανολογία

    Pflanzenbiologie [..]

    Er hat einen Doktortitel in Botanik und Gentechnik.

    Έχει ντοκτορά στη βοτανολογία και τη γενετική μηχανική.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Βοτανική
    • βότανη
    • φυτοβιολογία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Botanik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Botanik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Botanik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη