Μετάφραση του "Bote" σε Ελληνικά

Οι αγγελιοφόρος, κήρυκας, Ταχυμεταφορές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bote" σε Ελληνικά.

Bote noun masculine γραμματική

Ein auf eine Mission oder einen Botengang geschickter Stellvertreter.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγελιοφόρος

    noun masculine

    Wenn der Bote kommt, schickt ihn sofort zu mir.

    Αν έρθει ο αγγελιοφόρος, να μου τον στείλεις αμέσως.

  • κήρυκας

    noun masculine

    Aus furchtsamen Fischern wurden sie zu mutigen Boten des Evangeliums.

    Αυτοί οι φοβισμένος ψαράδες της Γαλιλαίας έγιναν γενναίοι κήρυκες του Ευαγγελίου.

  • Ταχυμεταφορές

  • μαντατοφόρος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bote " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bote"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bote" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη