Μετάφραση του "Bouteille" σε Ελληνικά

Οι μπουκάλι, φιάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bouteille" σε Ελληνικά.

Bouteille Noun γραμματική

Ein Behälter, üblicherweise aus Glas und mit einem sich verjüngenden Hals, der zur Aufbewahrung von Flüssigkeiten benutzt wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπουκάλι

    noun neuter
  • φιάλη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bouteille " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bouteille" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη