Μετάφραση του "Brandbombe" σε Ελληνικά

Το εμπρηστική βόμβα είναι η μετάφραση του "Brandbombe" σε Ελληνικά.

Brandbombe noun Noun feminine γραμματική

Eine Bombe, die entworfen wurde um einen Brand zu starten; ist am effektivsten gegen brennbare Ziele (wie Treibstoff).

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπρηστική βόμβα

    Einmal wachte ich nachts plötzlich auf, weil eine Brandbombe durch unser Dach eingeschlagen und neben meinem Bett gelandet war.

    Κάποτε ξύπνησα ξαφνικά όταν μια εμπρηστική βόμβα έπεσε με δύναμη μέσα από την οροφή του σπιτιού μας ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brandbombe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brandbombe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη