Μετάφραση του "Brotkrume" σε Ελληνικά

Οι ψίχα, ψίχουλο, τρίμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brotkrume" σε Ελληνικά.

Brotkrume γραμματική

Bröckchen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψίχα

    noun feminine

    Brotkrume: dunkel, mit größeren oder kleineren Poren, elastisch, darf leicht feucht sein.

    Ψίχα: βαθύχρωμη, με μεγαλύτερους ή μικρότερους πόρους· ελαστική· η ψίχα μπορεί είναι ελαφρώς υγρή.

  • ψίχουλο

    noun neuter
  • τρίμμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brotkrume " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Brotkrume"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brotkrume" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη