Μετάφραση του "Bruttolohn" σε Ελληνικά

Το ακαθάριστος μισθός είναι η μετάφραση του "Bruttolohn" σε Ελληνικά.

Bruttolohn noun masculine

Vom Arbeitgeber ausbezahltes Gehalt vor Abzug aller Steuern und Abgaben.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαθάριστος μισθός

    Der in Betracht zu ziehende Lohn sei der Bruttolohn.

    Ο μισθός που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο ακαθάριστος μισθός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bruttolohn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bruttolohn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη