Μετάφραση του "Bub" σε Ελληνικά

Οι αγόρι, der Bub - der Junge, αγοράκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bub" σε Ελληνικά.

Bub noun Noun masculine γραμματική

Steppke (berl.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun neuter

    Junge männliche Person, gewöhnlich ein Kind oder Jugendlicher.

    Du bist nur ein Bub und hast keinen einzigen Groschen.

    Εσύ είσαι ένα απένταρο αγόρι.

  • der Bub - der Junge

    Milchbubi

  • αγοράκι

    noun

    Ihr Begleiter war sehr gütig zu mir, als ich ein einsamer kleiner Bub war.

    Ο σύντροφός σου ήταν πολύ καλός μαζί μου όταν ήμουν ένα μοναχικό αγοράκι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παιδί
    • πιτσιρίκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bub " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bub" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη