Μετάφραση του "Buchladen" σε Ελληνικά

Το βιβλιοπωλείο είναι η μετάφραση του "Buchladen" σε Ελληνικά.

Buchladen noun masculine γραμματική

Geschäft, in dem Bücher verkauft werden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιβλιοπωλείο

    noun neuter

    Und danach bin ich noch in den Buchladen.

    'Οχι, πήγα για πίτσα και χάζεψα στο βιβλιοπωλείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Buchladen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Buchladen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη