Μετάφραση του "Bucht" σε Ελληνικά

Οι κόλπος, διαμέρισμα, φάτνωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bucht" σε Ελληνικά.

Bucht noun feminine γραμματική

Eine breite Öffnung, die durch einen Bogen einer Küstenlinie gebildet wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλπος

    noun masculine

    γεωγραφικός όρος

    Nachts wird es etwas kühl, besonders in der Nähe der Bucht.

    Κάνει κρύο εδώ τη νύχτα, ιδίως κοντά στον κόλπο.

  • διαμέρισμα

    noun

    In jeder Bucht sind die rückwärtigen Oberflächen der Trennwände abzustreichen

    Σε κάθε διαμέρισμα σταβλισμού σπογγίζονται οι άνω επιφάνειες των διαχωριστικών τοίχων των διαμερισμάτων σταβλισμού

  • φάτνωμα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φρέαρ
    • αποθήκη
    • θάλαμος
    • κόρφος
    • μούρο
    • ρόγα
    • στοά
    • Κόλπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bucht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bucht verb
+ Προσθήκη

"bucht" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το bucht στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Bucht"

Φράσεις παρόμοιες με "Bucht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bucht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη