Μετάφραση του "Buddhismus" σε Ελληνικά

Οι βουδισμός, Βουδισμός, βουδδισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Buddhismus" σε Ελληνικά.

Buddhismus noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουδισμός

    noun masculine

    Was hat Buddhismus mit erektiler Dysfunktion zu tun?

    Τί σχέση έχει ο Βουδισμός με τη στυτική δυσλειτουργία;

  • Βουδισμός

    Was hat Buddhismus mit erektiler Dysfunktion zu tun?

    Τί σχέση έχει ο Βουδισμός με τη στυτική δυσλειτουργία;

  • βουδδισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Buddhismus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Buddhismus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη