Μετάφραση του "Buttermilch" σε Ελληνικά

Το βουτυρόγαλα είναι η μετάφραση του "Buttermilch" σε Ελληνικά.

Buttermilch noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουτυρόγαλα

    noun neuter

    Dies gilt auch für Milchfett, das aus Magermilch oder aus Buttermilch gewonnen wurde

    Το ίδιο ισχύει για το λίπος γάλακτος που προέρχεται από αποκορυφωμένο γάλα ή από βουτυρόγαλα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Buttermilch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Buttermilch"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Buttermilch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη