Μετάφραση του "Cashflow" σε Ελληνικά

Το ταμειακή ροή είναι η μετάφραση του "Cashflow" σε Ελληνικά.

Cashflow noun masculine γραμματική

Überschuss nach Abzug aller Unkosten

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταμειακή ροή

    feminine

    Dadurch wurde der Cashflow beeinträchtigt, die Lagerbestände wuchsen an und die Beschäftigung ging zurück.

    Το γεγονός αυτό επηρέασε αρνητικά την ταμειακή ροή, ενώ τα επίπεδα των αποθεμάτων αυξήθηκαν και η απασχόληση μειώθηκε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cashflow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cashflow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη