Μετάφραση του "Cephalgie" σε Ελληνικά

Το πονοκέφαλος είναι η μετάφραση του "Cephalgie" σε Ελληνικά.

Cephalgie

Zephalgie (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πονοκέφαλος

    noun masculine

    Ein häufiger (und manchmal akuter) Schmerz des Kopfes und des Kopfbereichs.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cephalgie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cephalgie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη