Μετάφραση του "Computersprache" σε Ελληνικά

Οι γλώσσα προγραμματισμού, γλώσσα υπολογιστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Computersprache" σε Ελληνικά.

Computersprache
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλώσσα προγραμματισμού

    noun feminine

    Zur Vereinfachung des Austausches von Computersoftware verwenden die nationalen Energiebus-Systeme eine einheitliche Computersprache (Basic).

    Προκειμένου να διευκολυνθούν οι ανταλλαγές software προβλέπεται η χρησιμοποίηση στα οχήματα ενεργειακού προγραμματισμού μιας ενιαίας γλώσσας προγραμματισμού (BASIC).

  • γλώσσα υπολογιστή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Computersprache " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Computersprache" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη