Μετάφραση του "Cowboy" σε Ελληνικά

Οι γελαδάρης, αγελαδάρης, καουμπόι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cowboy" σε Ελληνικά.

Cowboy noun masculine γραμματική

Ein Mann, der auf einer Farm Rinder weidet und hütet und traditionell die meiste seiner Arbeit auf einem Pferd erledigt, insbesondere im Westen der Vereinigten Staaten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γελαδάρης

    noun

    er sah aus wie ein Cowboy mit Ausnahme der Skimaske.

    Ήταν ντυμένος σαν γελαδάρης εκτός από την μάσκα του σκι.

  • αγελαδάρης

    noun masculine

    Ehemaliger Kavallerist, Viehboss, Cowboy... Bullentreiber, Packmeister.

    Πρώην του ιππικού, αγελαδάρης, παλαιστής... Ταυρομάχος, τσοπάνης.

  • καουμπόι

    noun masculine

    Der vielleicht weiß, wie man den Cowboy besiegt.

    Κάποιον που ίσως βοηθήσει, που ίσως ξέρει τι να κάνουμε με τον καουμπόι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καουμπόης
    • καουμπόυ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cowboy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cowboy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη