Μετάφραση του "Dachpappe" σε Ελληνικά

Οι Ασφαλτόπανο, πισσόχαρτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dachpappe" σε Ελληνικά.

Dachpappe noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασφαλτόπανο

  • πισσόχαρτο

    Wir legten einen Holzboden, bauten ringsherum die Wände aus rohbehauenen Stämmen und verkleideten sie mit Dachpappe.

    Κατεσκευάσαμε ένα ξύλινο πάτωμα, γύρω από το οποίο ανεγείραμε τοίχους από ακατέργαστο ξύλο και το σκεπάσαμε με πισσόχαρτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dachpappe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dachpappe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη