Μετάφραση του "Dampf" σε Ελληνικά

Οι ατμός, υδρατμός, καπνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dampf" σε Ελληνικά.

Dampf noun masculine γραμματική

Suppe (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατμός

    noun masculine

    Substanz in Gasphase auf Temperatur unterhalb des kritischen Punktes.

    Ich dachte, durch den Dampf könnte er besser atmen.

    Νόμιζα ότι ο ατμός μπορούσε να του ηρεμήσει τους πνεύμονες.

  • υδρατμός

    noun masculine
  • καπνός

    noun

    Weißer Dampf füllte den Horizont, und die Haltebolzen rissen ab.

    Λευκός καπνός γέμισε τον ορίζοντα, και τα στηρίγματα συγκράτησης έσπασαν.

  • αχνός

    – aus dem Becher steige Dampf auf;

    – από το κύπελλο αναδύεται αχνός·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dampf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

dampf verb
+ Προσθήκη

"dampf" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το dampf στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Dampf"

Φράσεις παρόμοιες με "Dampf" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αχνίζω
  • ατμώδης · ομιχλώδης
  • αναχαιτίζω · γιαχνίζω · εξασθενίζω · καταπνίγω · καταπραΰνω · κατευνάζω · πνίγω · σιγοβράζω · συγκρατώ · χαμηλώνω
  • αναθυμιάσεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dampf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη