Μετάφραση του "Datum" σε Ελληνικά

Οι ημερομηνία, δεδομένο, χρονολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Datum" σε Ελληνικά.

Datum noun neuter γραμματική

Datum (plural: Daten) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ημερομηνία

    noun feminine

    Χρονικός προσδιορισμός, αποτελούμενος από το έτος, το μήνα και την ημέρα.

    Ich erinnere mich nicht mehr an das genaue Datum.

    Δε θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.

  • δεδομένο

    noun

    Ένα δεδομένο, μία πληροφορία.

    Als Hinweis dienende Aufstellung personenbezogener Daten zum Zweck der Ermittlung von Kontaktpersonen

    Ενδεικτικός κατάλογος προσωπικών δεδομένων για το σκοπό της ιχνηλάτησης επαφών

  • χρονολογία

    Noun

    Und wir beginnen an jedem Datum zu zweifeln.

    Όταν φθάσωμε σ’ αυτό το σημείο των μελετών μας αρχίζομε ν’ αμφιβάλλωμε για την κάθε μεμονωμένη χρονολογία!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Datum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Datum"

Φράσεις παρόμοιες με "Datum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Datum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη