Μετάφραση του "Daumen" σε Ελληνικά

Οι αντίχειρας, ο αντίχειρας _ κάνω like είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Daumen" σε Ελληνικά.

Daumen noun masculine γραμματική

Der kürzeste und dickste Finger, der den anderen Fingern gegenübergestellt werden kann, um fest zuzugreifen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίχειρας

    noun masculine

    Erster und stärkster der fünf Finger einer Hand [..]

    Die Hand hat fünf Finger: den Daumen, den Zeigefinger, den Mittelfinger, den Ringfinger und den kleinen Finger.

    Tα δάχτυλα του χεριού είναι ο αντίχειρας, ο δείκτης, ο μέσος, ο παράμεσος και ο μικρός.

  • ο αντίχειρας _ κάνω like

    der Daumen (-)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Daumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Daumen"

Φράσεις παρόμοιες με "Daumen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Daumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη