Μετάφραση του "Deichsel" σε Ελληνικά

Οι τιμόνι, ρυμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Deichsel" σε Ελληνικά.

Deichsel noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τιμόνι

    noun neuter

    Der Kriegswagen hatte eine Deichsel und ein Joch, an die schnelle Pferde angeschirrt waren.

    Το αμάξωμα του άρματος είχε ρυμό (τιμόνι), καθώς και ζυγό που τοποθετούνταν πάνω σε γρήγορα άλογα.

  • ρυμός

    masculine

    Bei Anhängern ist die Deichsel in der „Gesamtlänge“ und jeder Längenabmessung enthalten, außer wenn sie ausdrücklich ausgenommen ist.

    Για τα ρυμουλκούμενα στον όρο «συνολικό μήκος» και σε κάθε μέτρηση του μήκους περιλαμβάνεται ο ρυμός έλξης, εκτός και αν αποκλείεται ρητώς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Deichsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Deichsel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Deichsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη