Μετάφραση του "Demonstrant" σε Ελληνικά

Το διαδηλωτής είναι η μετάφραση του "Demonstrant" σε Ελληνικά.

Demonstrant noun masculine γραμματική

Jemand, der an einer Demonstration teilnimmt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαδηλωτής

    noun masculine

    Heute Nacht wird an jedem Demonstranten, Volksverhetzer oder Unruhestifter ein Exempel statuiert.

    Απόcε, οποιοσδήποτε διαδηλωτής ή ταραξίας θα τιμωρηθεί για παραδειγματισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Demonstrant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Demonstrant"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Demonstrant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη