Μετάφραση του "Denken" σε Ελληνικά

Οι Σκέψη, διανόηση, σκέψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Denken" σε Ελληνικά.

Denken noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σκέψη

    geistig tätig sein

    Wir sollten meiner Meinung nach in unserem Denken etwas kühner sein.

    Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να επιδεικνύουμε λίγο περισσότερο τολμηρή σκέψη.

  • διανόηση

    noun

    Diese herrlichen Einzelheiten bleiben denen verborgen, die sich stolz auf menschliche Weisheit verlassen oder sich eigensinnig an menschliches Denken klammern (1.

    Αυτά τα ένδοξα πράγματα μένουν κρυμμένα από εκείνους που αποβλέπουν υπερήφανα, ή εμμένουν αδιάλλακτα, στην ανθρώπινη σοφία ή διανόηση.

  • σκέψη

    noun

    Es erfordert typisches analytisches Denken von uns allen.

    Aπαιτεί μια βαθιά αναλυτική σκέψη από όλους μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοχασμός
    • συλλογισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Denken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

denken verb γραμματική

denken (an) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκέφτομαι

    verb

    an etwas denken → an + A • Lukas denkt oft an seinen letzten Urlaub.

    Ich kann dir nicht sagen, was ich denke.

    Δεν μπορώ να σου πω αυτό που σκέφτομαι.

  • νομίζω

    verb

    Ich habe nicht so viel Geld, wie du denkst.

    Δεν έχω τόσα χρήματα όσα νομίζεις.

  • υποθέτω

    verb

    Also denke ich, ist wohl nichts dagegen einzuwenden, dass er eine Kopie hat.

    Άρα, υποθέτω ότι δεν έχει πρόβλημα να έχει κι ένα αντίγραφο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νουνίζω
    • διανοούμαι
    • θυμάμαι
    • νοώ
    • πιστεύω
    • συλλογίζομαι
    • φαντάζομαι
    • θεωρώ
    • σκέπτομαι
    • κρίνω

Εικόνες με "Denken"

Φράσεις παρόμοιες με "Denken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Denken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη