Μετάφραση του "Depot" σε Ελληνικά

Οι αποθήκη, αποθετήριο, αμαξοστάσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Depot" σε Ελληνικά.

Depot noun neuter γραμματική

Versatzstück (österr.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποθήκη

    noun feminine

    Wir organisieren ein anderes Depot für den Lkw.

    Θα ορίσουμε άλλη αποθήκη να παρκάρουμε το φορτηγό.

  • αποθετήριο

    neuter

    - Verwahrung und Verwaltung von Wertpapieren im Depot ("custody");

    - φύλαξη και διαχείριση των τίτλων σε αποθετήριο.

  • αμαξοστάσιο

    Noun

    Der Betreiber des Busdepots pachtet von der Stadt Helsinki das Gelände, auf dem sich das Depot befindet.

    Η εταιρεία στην οποία ανήκει το αμαξοστάσιο μισθώνει από τον Δήμο την έκταση όπου βρίσκεται το αμαξοστάσιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θησαυροφυλάκιο
    • ντεπό
    • ντεπόζιτο
    • διαμέρισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Depot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Depot"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Depot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη