Μετάφραση του "Derivat" σε Ελληνικά

Οι Παράγωγα προϊόντα, παράγωγο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Derivat" σε Ελληνικά.

Derivat noun Noun neuter γραμματική

Spielart (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράγωγα προϊόντα

    Produkt der Finanzwirtschaft, das mit realwirtschaftlichen Werten unterlegt ist

  • παράγωγο

    Wenn ein Derivat in ein Wertpapier oder ein Geldmarktinstrument eingebettet ist, wird das Derivat hinsichtlich der Einhaltung der Vorschriften dieses Artikels mit berücksichtigt.

    Όταν μια κινητή αξία ή ένα μέσο χρηματαγοράς ενσωματώνει ένα παράγωγο, το παράγωγο αυτό λαμβάνεται υπόψη κατά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Derivat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Derivat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη