Μετάφραση του "Dermatitis" σε Ελληνικά
Οι δερματίτιδα, δερματίτις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dermatitis" σε Ελληνικά.
Dermatitis
Noun
noun
γραμματική
Entzündung der Haut.
-
δερματίτιδα
noun feminineHautkrankheit
Eine Dermatitis ist besonders schwierig zu behandeln und die Sensibilisierung ist unumkehrbar.
Η δερματίτιδα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπιστεί, ενώ η ευαισθητοποίηση είναι μη αναστρέψιμη.
-
δερματίτις
Rosacea und Rosacea-ähnliche Dermatitis wurden ebenfalls berichtet
Έχουν επίσης αναφερθεί ροδόχρους ακμή και δερματίτις που μοιάζει με ροδόχρου ακμή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Dermatitis " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Dermatitis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλλεργική δερματίτιδα
-
ατοπική δερματίτιδα
-
τοξική δερματίτιδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη