Μετάφραση του "Desinfektion" σε Ελληνικά
Οι απολύμανση, αποστείρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Desinfektion" σε Ελληνικά.
Desinfektion
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
απολύμανση
noun feminineDie Mitgliedstaaten sollten nach Möglichkeit einen niedrigeren Wert anstreben, ohne hierdurch die Desinfektion zu beeinträchtigen.
Ει δυνατόν, τα κράτη μέλη πρέπει να επιδιώκουν χαμηλότερη τιμή χωρίς, να θίγεται η απολύμανση.
-
αποστείρωση
NounWiederverwendbare Produkte, bei denen zwischen den Verwendungen eine Reinigung, Desinfektion, Sterilisation oder Aufbereitung erforderlich ist
Επαναχρησιμοποιούμενα τεχνολογικά προϊόντα που απαιτούν καθαρισμό, απολύμανση, αποστείρωση ή ανακαίνιση μεταξύ των χρήσεων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Desinfektion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη