Μετάφραση του "Determinante" σε Ελληνικά

Οι ορίζουσα, Ορίζουσα, καθοριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Determinante" σε Ελληνικά.

Determinante noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορίζουσα

    noun feminine
  • Ορίζουσα

    Mathematische Funktion

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Determinante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

determinante
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθοριστικός

    Wirtschaftswachstum ist eine äußerst wichtige Determinante der öffentlichen Finanzen.

    Η οικονομική μεγέθυνση είναι ένας κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας των δημόσιων οικονομικών.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Determinante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη