Μετάφραση του "Deutsch" σε Ελληνικά
Οι γερμανικά, Γερμανικά, γερμανική γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Deutsch" σε Ελληνικά.
Eine indoeuropäische Sprache, gesprochen in Deutschland, Österreich, Liechtenstein, Südtirol, Schweiz und der deutschsprachigen Gemeinschaft in Belgien.
-
γερμανικά
proper noun neuterγερμανικά (Ελβετία) [..]
Sie spricht nicht nur Englisch, sondern auch Deutsch.
Δε μιλά μόνο αγγλικά αλλά και γερμανικά.
-
Γερμανικά
Jessi sprach schlecht Französisch und noch schlechter Deutsch.
Η Τζέση μίλησε κακά Γαλλικά και χειρότερα Γερμανικά.
-
γερμανική γλώσσα
nounEr spreche nicht deutsch und habe auch nicht versucht, sich in die deutsche Gesellschaft zu integrieren.
Δεν ομιλεί τη γερμανική γλώσσα και δεν έχει επιδιώξει να ενταχθεί στη γερμανική κοινωνία.
-
γερμανικὴ γλῶσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Deutsch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Aus oder mit Bezug zu Deutschland, den Deutschen oder der deutschen Sprache.
-
γερμανικός
adjectiveΠου αφορά τη Γερμανία, τους Γερμανούς ή τη γερμανική γλώσσα.
Die deutsche Fischereiflotte hat gegenüber dem Vorjahr in vier Segmenten abgenommen.
Σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ο γερμανικός αλιευτικός στόλος μειώθηκε σε τέσσερα τμήματα.
-
γερμανική
adjectiveDie New Yorker Freiheitsstatue wurde auf deutschem Zement gegründet.
Το άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη δημιουργήθηκε από γερμανικό τσιμέντο.
-
γερμανικό
adjectiveDie New Yorker Freiheitsstatue wurde auf deutschem Zement gegründet.
Το άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη δημιουργήθηκε από γερμανικό τσιμέντο.
-
γερμανός
Es gibt Berichte, der deutsche Finanzminister selber sei beunruhigt über die Änderung.
Υπάρχουν πληροφορίες ότι στην αλλαγή αυτή ενεπλάκη προσωπικά ο γερμανός υπουργός Οικονομικών.
Εικόνες με "Deutsch"
Φράσεις παρόμοιες με "Deutsch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένας Γερμανός καλλιτέχνης
-
τόγκολαντ
-
Γαλλοπρωσικός Πόλεμος
-
Γερμανικοί Αυτοκρατορικοί Σιδηρόδρομοι
-
Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
-
μιλώ γερμανικά
-
Γερμανικό Ράιχ
-
Γερμανικά · γερμανικά · γερμανική γλώσσα