Μετάφραση του "Diarrhoe" σε Ελληνικά

Οι διάρροια, ευκοιλιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Diarrhoe" σε Ελληνικά.

Diarrhoe noun Noun masculine γραμματική

Flotter Otto (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρροια

    noun feminine

    Häufiger und wässriger Stuhlgang.

    Im Zusammenhang mit der Inhalation von Ventavis wurden Erbrechen, Übelkeit, Diarrhoe und Dyspnoe berichtet

    Έμετος, ναυτία, διάρροια και δύσπνοια αναφέρθηκαν σε συσχέτισμό με εισπνοή του Ventavis

  • ευκοιλιότητα

    noun feminine

    Häufiger und wässriger Stuhlgang.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Diarrhoe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Diarrhoe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη