Μετάφραση του "Didaktik" σε Ελληνικά
Οι διδακτική, Διδακτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Didaktik" σε Ελληνικά.
Didaktik
Noun
noun
feminine
γραμματική
Die Kunst oder Wissenschaft des Lehrens.
-
διδακτική
NounDie Kunst oder Wissenschaft des Lehrens.
Pädagogik und Didaktik .
Παιδαγωγική και διδακτική .
-
Διδακτική
Theorie und Praxis des Lehrens und Lernens
Pädagogik und Didaktik .
Παιδαγωγική και διδακτική .
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Didaktik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη