Μετάφραση του "Diener" σε Ελληνικά

Οι υπηρέτης, ακόλουθος, διάκονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Diener" σε Ελληνικά.

Diener noun masculine γραμματική

Ordonnnanz (mil.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπηρέτης

    noun masculine

    Der Größte aber unter euch soll euer Diener sein.

    Ο δε μεγαλήτερος από σας θέλει είσθαι υπηρέτης σας.

  • ακόλουθος

    noun masculine

    Er verlor das Vorrecht, Elisas Diener zu sein.

    Έχασε το προνόμιο να υπηρετή ως ακόλουθος του Ελισσαιέ.

  • διάκονος

    masculine

    Alle waren gesalbt, und sie waren Diener des neuen Bundes.

    Όλοι τους ήταν χρισμένοι καθώς και διάκονοι της νέας διαθήκης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεράπων
    • υπηρεσία
    • υπόκλιση
    • δούλος
    • σερβιτόρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Diener " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

diener
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπηρέτης

    noun masculine

    Hier kommt mein knirpsiger Diener mit den Petits fours.

    Να κι ο νάνος υπηρέτης μου με τα πετιφούρ.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Diener" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη