Μετάφραση του "Dienstalter" σε Ελληνικά

Οι αρχαιότητα, προϋπηρεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dienstalter" σε Ελληνικά.

Dienstalter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχαιότητα

    Das Besoldungsdienstalter entspricht dem Dienstalter, das der Beamte bei der Gesellschaft erreicht hatte.

    Η αρχαιότητα στο κλιμάκιο είναι αυτή που είχε αποκτήσει ο εν λόγω υπάλληλος στην Ένωση.

  • προϋπηρεσία

    Noun

    Es ist lediglich denkbar, daß Rechte übergehen können, die an das Dienstalter geknüpft sind.

    Είναι δυνατόν απλώς να θεωρηθεί ότι μπορούν να μεταβιβάζονται δικαιώματα τα οποία συνδέονται με την προϋπηρεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dienstalter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dienstalter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη