Μετάφραση του "Diglossie" σε Ελληνικά
Οι διγλωσσία, Διγλωσσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Diglossie" σε Ελληνικά.
Diglossie
Situation einer Sprachgemeinschaft, die zwei verschiedene Sprachen oder Dialekte benutzt.
-
διγλωσσία
noun feminine -
Διγλωσσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Diglossie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη