Μετάφραση του "Diplom" σε Ελληνικά
Οι δίπλωμα, πτυχίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Diplom" σε Ελληνικά.
Diplom
noun
neuter
γραμματική
-
δίπλωμα
noun neuterέγγραφο που παραχωρεί ένα ακαδημαϊκό τίτλο
Abgeschlossenes Hochschulstudium mit einer Regelstudienzeit von mindestens drei Jahren, bescheinigt durch ein Diplom
Επίπεδο εκπαίδευσης που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, πιστοποιούμενες με δίπλωμα.
-
πτυχίο
noun neuterWir hatten studiert, um ein Diplom zu machen.
Οι πιο πολλοί από μας πήγαμε πανεπιστήμιο μόνο για το πτυχίο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Diplom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Diplom"
Φράσεις παρόμοιες με "Diplom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλωματούχος παιδαγωγός
-
πτυχιούχος
-
δίπλωμα
-
πτυχιούχος οικονομολόγος
-
δίπλωμα · πτυχίο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη