Μετάφραση του "Disput" σε Ελληνικά

Οι διαμάχη, διένεξη, αντιπαράθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disput" σε Ελληνικά.

Disput noun masculine γραμματική

(verbale) Auseinandersetzung

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμάχη

    noun feminine

    Dieser Disput unterscheidet sich durch nichts von allen anderen.

    Δεν είναι διαφορετική από οποιαδήποτε διαμάχη που χρειάστηκε τις υπηρεσίες σου.

  • διένεξη

    noun feminine

    Es gab einen Disput mit den Soldaten.

    Υπήρξε διένεξη με τους στρατιώτες.

  • αντιπαράθεση

    Noun

    Es ist ein heftiger Disput um die Mittel zu erwarten, sowohl zwischen Regionen als auch zwischen den verschiedenen politischen Aufgabenbereichen.

    Αναμένεται οξεία αντιπαράθεση για τις πιστώσεις, τόσο μεταξύ των περιφερειών όσο και μεταξύ των διαφόρων πολιτικών αρμοδιοτήτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λογομαχία
    • έριδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disput " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Disput" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disput" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη