Μετάφραση του "Disziplin" σε Ελληνικά

Οι κλάδος, κλαδί, άθλημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disziplin" σε Ελληνικά.

Disziplin noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλάδος

    noun masculine

    Förderung der „Dienstleistungswissenschaft“ als neue Disziplin in der allgemeinen und beruflichen Bildung.

    Προώθηση της επιστήμης των υπηρεσιών ως νέου κλάδου εκπαίδευσης και κατάρτισης.

  • κλαδί

    noun neuter

    Förderung der „Dienstleistungswissenschaft“ als neue Disziplin in der allgemeinen und beruflichen Bildung.

    Προώθηση της επιστήμης των υπηρεσιών ως νέου κλάδου εκπαίδευσης και κατάρτισης.

  • άθλημα

    noun

    Skispringen ist die vermutlich spektakulärste aller alpinen Disziplinen.

    Το άλμα με σκι είναι ίσως το πιο φαντασμαγορικό αλπικό άθλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ειδικότητα
    • πειθαρχία
    • σύστημα κανόνων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disziplin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Disziplin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disziplin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη