Μετάφραση του "Dom" σε Ελληνικά
Οι καθεδρικός ναός, μητρόπολη, Ντουόμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dom" σε Ελληνικά.
Dom
noun
masculine
γραμματική
Die Kirche in einem Bischofssitz.
-
καθεδρικός ναός
noun masculine -
μητρόπολη
noun feminine -
Ντουόμο
καθεδρικός ναός
-
επισκοπή
Noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Dom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Dom"
Φράσεις παρόμοιες με "Dom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ντομ Περινιόν
-
Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας
-
Καθεδρικός Ναός του Άαχεν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη