Μετάφραση του "Drehen" σε Ελληνικά

Οι γύρισμα, στρίψιμο, γυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Drehen" σε Ελληνικά.

Drehen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γύρισμα

    noun

    Immer wenn es ums Drehen geht, wird man nervös.

    Κάθε φορά που έχει κάποιος γύρισμα, τον πιάνει το στομάχι του.

  • στρίψιμο

    Ich hätte meinen Doktortitel im Drehen machen können

    Ήμουν άσος στο στρίψιμο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Drehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

drehen verb γραμματική

trudeln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυρίζω

    verb

    Wenn ich hierher komme, dreht er sich, um mir zu folgen.

    Εάν έρθω εδώ, θα γυρίσει για να με ακολουθήσει.

  • στρίβω

    verb

    Ich werde weiter drehen, bis ich ein Pop höre.

    Τώρα, θα συνεχίσω να το στρίβω μέχρι ν'ακούσω κρακ.

  • περιστρέφομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στροφή
    • περιστρέφω
    • στρέφω
    • στριφογυρίζω
    • στροβιλίζω
    • κινηματογραφώ
    • τόρνος
    • μετακινώ κυκλικά

Εικόνες με "Drehen"

Φράσεις παρόμοιες με "Drehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Drehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη