Μετάφραση του "Drohne" σε Ελληνικά

Το κηφήνας είναι η μετάφραση του "Drohne" σε Ελληνικά.

Drohne noun feminine γραμματική

Drohn (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κηφήνας

    noun masculine

    Männliche Biene oder Wespe, die nicht arbeitet und nur existiert um die Königin zu befruchten.

    Es wäre logisch, dass diese Drohne genauso fortschrittlich ist.

    Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι αυτός ο κηφήνας θα είναι εξίσου προηγμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Drohne " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Drohne"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Drohne" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη