Μετάφραση του "Druck" σε Ελληνικά

Οι πίεση, Πίεση, αποτύπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Druck" σε Ελληνικά.

Druck noun Noun masculine γραμματική

Ausgabe (eines Buches) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίεση

    noun feminine

    Der Verschluß muß sich durch Druck auf einen Knopf oder eine ähnliche Einrichtung öffnen lassen.

    Η πόρπη πρέπει να απασφαλίζεται με την πίεση ενός κουμπιού ή παρόμοιου μηχανισμού.

  • Πίεση

    Kraft pro Fläche

    Druck in der Endstufe mindestens kPa — höchstens: ... kPa

    Πίεση τελικού σταδίου: ... kPa – μέγιστη kPa

  • αποτύπωση

    Noun

    Für den Druck selbst gibt es zwei unterschiedliche Methoden.

    Όταν έρθει η ώρα για την αποτύπωση, υπάρχουν δύο διαφορετικές μεθόδοι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάρος
    • θλίψη
    • πάτημα
    • σφίξιμο
    • τύπωμα
    • τύπωση
    • εκτύπωση
    • τυπογραφία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Druck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

druck verb
+ Προσθήκη

"druck" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το druck στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Druck"

Φράσεις παρόμοιες με "Druck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Druck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη