Μετάφραση του "Drucker" σε Ελληνικά

Οι εκτυπωτής, τυπογράφος, εκτυπωτική μηχανή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Drucker" σε Ελληνικά.

Drucker noun masculine γραμματική

Fachmann, der in der Druckerei die Druckmaschinen bedient, um Printerzeugnisse zu vervielfältigen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτυπωτής

    noun masculine

    Der Drucker hat die Einladungen zu meinem 16. versaut.

    Ο εκτυπωτής τα θαλάσσωσε με τις προσκλήσεις για τα γενέθλιά μου.

  • τυπογράφος

    noun masculine

    Beruf [..]

    Der Drucker hat die Datei verloren, und sagte uns nichts.

    Ο τυπογράφος έχασε το αρχείο, δεν μας το είπε.

  • εκτυπωτική μηχανή

    noun
  • Εκτυπωτής

    Peripheriegerät eines Computers

    Drucker: ein Produkt, dessen Hauptfunktion das Ausgeben elektronisch eingegebener Daten auf Papier ist.

    Εκτυπωτής: προϊόν κύρια λειτουργία του οποίου είναι η παραγωγή τυπωμένων αντιγράφων σε χαρτί από είσοδο ηλεκτρονικών στοιχείων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Drucker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Drucker"

Φράσεις παρόμοιες με "Drucker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Drucker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη