Μετάφραση του "Durst" σε Ελληνικά
Το δίψα είναι η μετάφραση του "Durst" σε Ελληνικά.
Durst
noun
masculine
γραμματική
Durst (fig.) (umgangssprachlich) [..]
-
δίψα
noun feminineDas physiologische Bedürfnis zu trinken.
Doch leider hatte er noch einen anderen Durst.
Δυστυχώς, όμως, εξακολουθούσε να έχει και μια άλλη δίψα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Durst " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Durst" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διψώ · είμαι διψασμένος · θέλω κάτι να πιω
-
ξεδιψώ
-
διψώ · είμαι διψασμένος
-
ξεδιψάω · χορταίνω
-
διψάει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη