Μετάφραση του "Edelstahl" σε Ελληνικά

Οι χάλυβας, ατσάλι, ανοξείδωτο ατσάλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Edelstahl" σε Ελληνικά.

Edelstahl noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χάλυβας

    noun masculine

    Für Schneidwerkzeuge kann hochwertiger Edelstahl verwendet werden.

    Για τις κοπτικές ακμές μπορεί να χρησιμοποιείται υψηλής ποιότητας ανοξείδωτος χάλυβας.

  • ατσάλι

    noun neuter

    Die Kette an der Handschelle ist aus Edelstahl.

    Η αλυσίδα στις χειροπέδες είναι ατσάλι υψηλής αντοχής.

  • ανοξείδωτο ατσάλι

    noun neuter

    Es besteht aus Edelstahl, ziemlich dick.

    είναι φτιαγμένο από ανοξείδωτο ατσάλι, αρκετά παχύ

  • ανοξείδωτος χάλυβας

    masculine

    Es lassen sich beim Stahl drei Hauptarten unterscheiden: Kohlenstoffstahl, Edelstahl und Sonder- oder legierte Stähle.

    Διακρίνονται τρία βασικά είδη χάλυβα, ανθρακούχος χάλυβας, ανοξείδωτος χάλυβας και ειδικός χάλυβας ή χαλυβοκράματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Edelstahl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Edelstahl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη