Μετάφραση του "Eigentum" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτησία, κυριότητα, περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eigentum" σε Ελληνικά.

Eigentum noun neuter γραμματική

Siebensachen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    umfassendstes Herrschaftsrecht, das die Rechtsordnung an einer Sache zulässt

    Wir dürfen natürlich die Frage des geistigen Eigentums nicht außer Acht lassen.

    Οφείλουμε, φυσικά, να λάβουμε υπόψη την πνευματική ιδιοκτησία.

  • κυριότητα

    a)Die Vertragspartei, die das geistige Eigentum erwirbt, ist dessen Eigentümerin.

    α)η κυριότητα της διανοητικής ιδιοκτησίας ανήκει στο Μέρος που την έχει δημιουργήσει.

  • περιουσία

    noun feminine

    Das geförderte Erdöl geht in das Eigentum des einzelnen Lizenznehmers über.

    Το παραγόμενο πετρέλαιο αποτελεί περιουσία του συγκεκριμένου κατόχου άδειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eigentum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

eigentum
+ Προσθήκη

"eigentum" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το eigentum στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Eigentum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eigentum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη