Μετάφραση του "Einfluss" σε Ελληνικά

Οι επιρροή, εισροή, επήρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einfluss" σε Ελληνικά.

Einfluss noun masculine γραμματική

Wichtigkeit (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιρροή

    noun feminine

    der Einfluss die Einflüsse

    Wir stehen unter dem Einfluss unserer Umwelt.

    Είμαστε υπό την επιρροή του περιβάλλοντός μας.

  • εισροή

    noun feminine

    Viele Mitgliedstaaten werden entschieden der Auffassung sein, daß sie Einfluß auf diesen Prozeß haben sollten.

    Πολλά κράτη μέλη θα ισχυριστούν σθεναρώς ότι πιστεύουν πως πρέπει να υπάρξει εισροή στη συγκεκριμένη διαδικασία.

  • επήρεια

    noun

    Um sich dem Einfluss anderer widersetzen zu können... muss man vor allem sich selbst kennen.

    Για να αντισταθείς στην επήρεια των άλλων, η γνώση του εαυτού σου είναι το πιο σημαντικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίδραση
    • ισχύς
    • κύρος
    • πράξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einfluss " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Einfluss"

Φράσεις παρόμοιες με "Einfluss" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einfluss" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη