Μετάφραση του "Eingeben" σε Ελληνικά

Οι εγγράφω, εισάγω, δίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eingeben" σε Ελληνικά.

eingeben verb γραμματική

durchziehen (Karte) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγράφω

    verb
  • εισάγω

    verb

    Jede Änderung ist ebenfalls in das Datensystem einzugeben.

    Κάθε τροποποίηση πρέπει επίσης να εισάγεται στο μηχανογραφικό σύστημα.

  • δίνω

    verb

    Ich zog mich zurück und bat den Herrn, mir einzugeben, was ich sagen könne.

    Πήγα έξω μόνος μου και ζήτησα από τον Κύριο να μού δώσει κάτι να πω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπνέω
    • πληκτρολογώ
    • καταθέτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eingeben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Eingeben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eingeben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη