Μετάφραση του "Eingliederung" σε Ελληνικά

Οι ενσωμάτωση, ένταξη, εισαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eingliederung" σε Ελληνικά.

Eingliederung Noun noun feminine γραμματική

Das sich Einfügen in eine Gesellschaft oder eine Gruppe.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσωμάτωση

    noun feminine

    Diese Eingliederung war auf die sehr begrenzten Ressourcen der Ambau zurückzuführen.

    Η εν λόγω ενσωμάτωση οφείλεται στους εξαιρετικά περιορισμένους πόρους της Αmbau.

  • ένταξη

    noun

    Am Programm aktives Einkommen für die Eingliederung sind sowohl die öffentliche Arbeitsverwaltung als auch die sozialen Dienste beteiligt.

    Το ενεργό εισόδημα για την ένταξη εμπλέκει τόσο τη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης όσο και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

  • εισαγωγή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eingliederung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Eingliederung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eingliederung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη